μαντήλι


μαντήλι
[манд ил и] ουσ. о. платок, носовой платок,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μαντήλι" в других словарях:

  • μαντήλι — το βλ. μαντίλι …   Dictionary of Greek

  • μπάλος — Νησιώτικος, αντικριστός, οργανικός χορός, που χορεύεται σε όλα τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου πελάγους. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σκετς παντομίμας, γεμάτο χάρη, κομψότητα και ευγένεια. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές και κάποια ελευθερία στις… …   Dictionary of Greek

  • χορός — Διαδοχικές κινήσεις του σώματος για σκοπούς αποκλειστικά καλλιτεχνικούς ή τελετουργικούς ή παιχνιδιού, με προκαθορισμένη τάξη και σύμφωνα με ένα ρυθμό, που δίνεται γενικά από τη μουσική. Ο χ. είναι από τα αρχαιότερα εκφραστικά μέσα, ίσως δεύτερο… …   Dictionary of Greek

  • Άβγαρος — Όνομα βασιλιάδων της Έδεσσας της Μεσοποταμίας, που άκμασαν μεταξύ 132 π.Χ. και 216 μ.Χ. O γνωστότερος Ά. έζησε στα χρόνια του Ιησού, τον οποίο και κάλεσε στην Έδεσσα για να τον θεραπεύσει από ανίατο νόσημα. Ο Ιησούς, κατά την παράδοση, δεν… …   Dictionary of Greek

  • Мавромихалис, Кирьякулис — Kyriakoulis Mauromixalis Кирьякулис Мавромихалис (греч. греч. Κυριακούλης Μαυρομιχάλης; ? 1822)  греческий военачальник, герой Греческой революции 1821 г. Биография Кирьякулис М …   Википедия

  • Σποράδες — Έτσι ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα κατασπαρμένα νησιά του Αιγαίου, του Κρητικού και του Καρπάθιου πελάγους, σε αντίθεση προς το νησιωτικό κύκλο, που περιέκλειε τη Δήλο. Στα νεώτερα χρόνια είχε επικρατήσει να ονομάζονται Ανατολικές Σ. τα κατά… …   Dictionary of Greek

  • ακέντητος — η, ο (Α ἀκέντητος, ον) [κεντητός] νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει δεχθεί κέντημα, κέντρισμα 2. όποιος δεν είναι στολισμένος με κεντήματα «ακέντητο μαντήλι» 3. μτφ. εκείνος που δεν έχει ή δεν μπορεί να κεντηθεί, να πειραχτεί αρχ. 1. αυτός που δεν… …   Dictionary of Greek

  • αλωπεκίς — Κάλυμμα της κεφαλής κατασκευασμένο από δέρμα αλεπούς (αλώπηξ). Το χρησιμοποιούν συνήθως σε περιοχές της Ελλάδας όπου υπάρχει βαρύς χειμώνας (Θράκη, Ήπειρος). Το κάλυμμα έχει το σχήμα καπέλου, αλλά σε ορισμένες περιοχές χρησιμοποιείται και ως… …   Dictionary of Greek

  • δένω — (AM δῶ, έω Μ και δέννω) Ι. συγκρατώ κάτι τυλίγοντάς το με σκοινί, κλωστή, σύρμα κ.λπ. («τόν έδεσαν χειροπόδαρα» «δήσαντες νηλέϊ δεσμῷ» αφού τόν έδεσαν με άλυτα δεσμά) 2. δένω κάτι από σταθερό σημείο, προσδένω κάτι σε κάτι άλλο («έδεσε τ άλογο… …   Dictionary of Greek

  • επικρατίς — ἐπικρατίς, ἡ (Α) είδος καλύμματος τής κεφαλής, κεφαλόδεσμος ή, κατ’ άλλη ερμηνεία, μαντήλι, προσόψιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κρατίς (< κρας, ποιητ. τ. τού κάρα «κεφάλι»)] …   Dictionary of Greek